2 Μαρτίου 2017

Η γριά στο παγκάκι και οι λογαριασμοί


 Η γριά κάθκετεν στο παγκάκι, κρατώντας το ξύλο της σαν σκήπτρο, και μονολογούσε: «Όταν αφήτζατα λέν, πέρνατα…Εφέκα όλα τα λογαρισμούς απλήρωτα… κανέις κι πέρενατα…Παντού ρε φιλέ…» Κι όποιος περνούσε από μπροστά της, καταλάβαινε αμέσως: Η γριά δεν χαρίζεται, Το λόγο της τον έχει παντοδύναμο, και κανείς λογαριασμός δεν γλυτώνει.

Σαν ποντιακή σάτιρα: τα λόγια της σαν ξύλο  χτυπάνε ευγενικά ή δυνατά, ανάλογα ποιος περνάει. Η καθημερινότητα γεμάτη απλήρωτα, αλλά και γέλιο. Και η γριά; Πάντα στην αυλή, πάντα με τον κανόνα της: όποιος αργεί, πληρώνει με χαμόγελο ή με ξύλο!

Κι όποιος περνούσε από μπροστά της, δεν μπορούσε να μη σταματήσει. Κάποιοι γελούσαν, κάποιοι κουνιόνταν ντροπαλά, κάποιοι προσπαθούσαν να θυμηθούν αν είχαν ξεχάσει κανένα λογαριασμό. Η γριά είχε τρόπο να κάνει το καθημερινό σατιρικό. Κάθε λέξη της ήταν σαν χαστούκι με γέλιο. Κάθε φράση έδειχνε ότι στην ποντιακή κουλτούρα, η αλήθεια λέγεται με τρόπο που να γελάς και να σκέφτεσαι ταυτόχρονα. Κι όμως, οι μέρες περνούσαν και όλοι ήξεραν: η γριά δεν είχε ανάγκη να φωνάξει δύο φορές. Ένα βλέμμα ή ένα «παντού ρε φιλέ» αρκούσε για να καταλάβεις ότι κάτι έκανες λάθος.

Οι παλιοί του χωριού μας λένε πως το ξύλο της γριάς ήταν σύμβολο της τάξης. Σήμερα, γελάμε με την ιστορία, αλλά τότε, όταν ο λογαριασμός έμενε απλήρωτος ή κάποιος περνούσε χωρίς να πει καλημέρα, η γριά δεν έκανε εκπτώσεις.

Και έτσι, κάθε μέρα στο παγκάκι: τα λόγια της γριάς κυριαρχούσαν, οι περαστικοί μάθαιναν με γέλιο και τρόμο, κι οι λογαριασμοί, ακόμα κι αν ήταν απλήρωτοι, έμοιαζαν πιο σοβαροί από ποτέ. Στο τέλος της μέρας, η γριά σηκωνόταν, χτυπούσε το ξύλο της στο πάτωμα και έλεγε με χαμόγελο: «Όλα εν τ’ κανονικά… μέχρι αύριον!» Και όλοι γύρω της ήξεραν: το παγκάκι της δεν ήταν μόνο κάθισμα  ήταν σχολείο, δικαστήριο και κωμική σκηνή μαζί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.