![]() |
| Τοπικές διηγήσεις με χιούμορ και νοσταλγία. |
Ένα παιδί, με απόλυτη σοβαρότητα και καθαρή συνείδηση, γράφει στο τετράδιό του: «Η κομπίνα μας, το τρακτέρ μας και η πλατφόρμα μας.» Γιατί έτσι το ήξερε. Γιατί αυτά έβλεπε κάθε μέρα. Γιατί αυτά ήταν στο σπίτι. Ο δάσκαλος περνάει ανάμεσα στα θρανία, κοιτάει τα τετράδια, σταματάει, ξαναδιαβάζει, τρίβει τα μάτια του. Όχι από θυμό από απορία. «Αυτά… τι είναι;» ρωτάει.
Και έρχεται η απάντηση, ήσυχη, τίμια, χωριάτικη: «Κατοικίδια, κύριε. Στην αυλή μένουν. Τα ταΐζουμε. Τα προσέχουμε. Άμα χαλάσουν, πονάμε.» Εκεί καταλαβαίνεις ότι το βιβλίο δεν έφτασε ποτέ στο χωράφι. Γιατί στο χωριό, άλλο πράγμα είναι το σκυλί, κι άλλο πράγμα η κομπίνα που σε μεγάλωσε.
Το τρακτέρ δεν το χαϊδεύεις, αλλά το μιλάς. Την πλατφόρμα δεν την πας βόλτα, αλλά σε πάει αυτή. Και άμα αρρωστήσουν… όλο το σπίτι είναι άρρωστο.
Ο δάσκαλος δεν είπε τίποτα. Έβαλε ένα μικρό χαμόγελο στην άκρη του στόματος. Και συνέχισε το μάθημα. Γιατί εκείνη τη μέρα, δεν μάθαμε μόνο τι είναι τα κατοικίδια. Μάθαμε ότι το σπίτι δεν είναι ίδιο παντού. Και πως στο χωριό, άλλα έχουν τρίχωμα, κι άλλα έχουν μηχανή αλλά όλα τα αγαπάς το ίδιο.
