Ο αγρότης γέμιζε τη χούφτα του με σπόρο από τον τενεκέ ή τον σάκο που είχε κρεμασμένο στον ώμο και τον σκόρπιζε με κυκλικές κινήσεις, ώστε να καλύπτει κάθε σποριά, μια έκταση περίπου δέκα βημάτων σε πλάτος.
Μόλις έριχνε τον σπόρο στην πρώτη σποριά, τον σκέπαζε αμέσως με χώμα χρησιμοποιώντας τη σβάρνα, για να μην παραμένει εκτεθειμένος και να τον τρώνε τα πουλιά. Στη συνέχεια συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο τις επόμενες σποριές, μέχρι να ολοκληρωθεί η σπορά σε ολόκληρο το χωράφι.
Με αυτή τη μέθοδο, δηλαδή κατά σποριές, σπέρνονταν τα δημητριακά όπως το σιτάρι, το κριθάρι, το ρύζι και το σίκαλη, καθώς και τα ψυχανθή, όπως η φακή, το ρόβι, ο βίκος, τα μπιζέλια, το τριφύλλι και άλλα. Αντίθετα, καλλιέργειες όπως τα κουκιά, τα ρεβίθια, τα φασόλια, το καλαμπόκι, το βαμβάκι κ.ά., τοποθετούνταν σπυρί-σπυρί, σε συγκεκριμένη απόσταση, μέσα στην αυλακιά.
Την εργασία αυτή αναλάμβανε συνήθως βοηθός του ζευγά, τις περισσότερες φορές μια έμπειρη γυναίκα, ώστε αργότερα να διευκολύνεται το σκάλισμα και η φροντίδα της καλλιέργειας.
Το σκέπασμα του σπόρου με χώμα και το τελικό ισοπέδωμα του χωραφιού γινόταν με τη σβάρνα, ολοκληρώνοντας έτσι μια διαδικασία κοπιαστική αλλά καθοριστική για τη σοδειά και τη ζωή των κατοίκων της Αναγέννησης εκείνης της εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.