Φρόντιζαν επίσης ως την παραμονή των Χριστουγέννων να έχουν τελειώσει όλες οι δουλειές που είχαν σχέση με το ράψιμο, το γνέσιμο, το πλέξιμο και τον αργαλειό, γιατί κατά τη διάρκεια του δωδεκαημέρου δεν έκαναν δουλειές καθόλου.
Όλα τα μέλη της οικογένειας πλενόμασταν στη σκάφη, η μάνα μας έπλενε τα ρούχα να είναι καθαρά ή αν ήταν απόλυτη ανάγκη μας αγοράζαν καινούργια, τέτοια ώστε να πάμε στην εκκλησία με τα καλά ρούχα.
Νηστεύαμε όλη την περίοδο της νηστείας, ώστε με καθαρή την ψυχή και το σώμα να κοινωνήσουμε με την ημέρα των Χριστουγέννων.
Τότε, σχεδόν κάθε χρόνο, από τα μέσα του Δεκέμβρη ήταν όλα σκεπασμένα με χιόνι.
Καμιά φορά μάλιστα το χιόνι έφτανε σε ύψος μισό μέτρο και παραπάνω.
Αφού, για να πάμε στο αποχωρητήριο (χαλέ) ή να μετακινηθούμε από το σπίτι σ' άλλο μέρος, αναγκάζονταν οι μεγάλοι ν' ανοίξουν στο χιόνι διάδρομο με το φτυάρι.
Εμείς τα παιδιά ήμασταν όλο χαρές, γιατί απαλλαγμένα από τις αγροτικές δουλειές, από το σχολικό διάβασμα και το γράψιμο, απολαμβάναμε τις διακοπές με όποιον τρόπο μπορούσαμε, που συνήθως ήταν η παιδική ξεγνοιασιά, τα πολλά παιχνίδια, τα γιορτινά κάλαντα και οι φωτιές.
Εμείς τα παιδιά ήμασταν όλο χαρές, γιατί απαλλαγμένα από τις αγροτικές δουλειές, από το σχολικό διάβασμα και το γράψιμο, απολαμβάναμε τις διακοπές με όποιον τρόπο μπορούσαμε, που συνήθως ήταν η παιδική ξεγνοιασιά, τα πολλά παιχνίδια, τα γιορτινά κάλαντα και οι φωτιές.
Ο χινοπόλεμος, μέχρι να ξυλιάσουν τα χέρια μας ή μέχρι να γίνουμε μούσκεμα, ήταν από τα πιο συνηθισμένα κι αγαπημένα παιχνίδια.
Οι γλίστρες στα παγωμένα νερά στις γκιόλες του Πάσου τα Τσαϊρια, όπου καμιά φορά έσπαζε ο πάγος και πέφταμε μέσα στα νερά και γινόμασταν μούστεμα, ήταν από τις καλύτερες εμπειρίες που απολαμβάναμε.
Η ξιφομαχία με τα κρύσταλλα που κρέμονταν από τα κεραμίδια των σπιτιών, το πρωτόγονο σκι πάνω σε ξύλινες παλιές σκιές ήταν μια άλλη απόλαυση.
Οι γλίστρες στα παγωμένα νερά στις γκιόλες του Πάσου τα Τσαϊρια, όπου καμιά φορά έσπαζε ο πάγος και πέφταμε μέσα στα νερά και γινόμασταν μούστεμα, ήταν από τις καλύτερες εμπειρίες που απολαμβάναμε.
Η ξιφομαχία με τα κρύσταλλα που κρέμονταν από τα κεραμίδια των σπιτιών, το πρωτόγονο σκι πάνω σε ξύλινες παλιές σκιές ήταν μια άλλη απόλαυση.
Το κυνήγι με τη σφεντόνα, για να χτυπήσουμε κανένα σπουργίτι ή άλλο πουλί ήταν ένα προσφιλές σπορ.
Οι μεγάλοι κυνηγούσαν με το δίκαννο αγριόπαπιες ή αγριόχηνες που κατέβαιναν από το Βόρα.
Οι μεγάλοι κυνηγούσαν με το δίκαννο αγριόπαπιες ή αγριόχηνες που κατέβαιναν από το Βόρα.
Στο σπίτι πηγαίναμε μόνο, όταν έφτανε το σούρουπο, ή όταν πεινούσαμε, οπότε ζητούσαμε από τη μάνα μας να μας δώσει καμιά φέτα ψωμί με λίγη ζάχαρη ή τέλος όταν τα χέρια, τα πόδια και τα αυτιά ξύλιαζαν από το κρύο τόσο που δεν αντέχαμε άλλο.
Με τα μάγουλα κατακόκκινα τρέχαμε τότε στη σόμπα, το τζάκι ή το μαγκάλι ( ανάλογα ότι, διέθετε το κάθε σπίτι),βγάζαμε τα λαστιχένια παπούτσια ή τα τσαρούχια, τις μάλλινες κάλτσες, για να ζεστάνουμε τα βρεγμένα πόδια και να στεγνώσουμε τα μουσκεμένα ρούχα.
Με τα μάγουλα κατακόκκινα τρέχαμε τότε στη σόμπα, το τζάκι ή το μαγκάλι ( ανάλογα ότι, διέθετε το κάθε σπίτι),βγάζαμε τα λαστιχένια παπούτσια ή τα τσαρούχια, τις μάλλινες κάλτσες, για να ζεστάνουμε τα βρεγμένα πόδια και να στεγνώσουμε τα μουσκεμένα ρούχα.
Τότε βρίσκαμε την ευκαιρία να ψήσουμε καμιά φέτα ψωμί και να κοροϊδέψουμε την πείνα μας με λίγες ελιές, μια και νηστεύαμε, για να κοινωνήσουμε τους Χριστουγέννων.
Η μάνα μας δεν μας άφησε να πάρουμε ούτε κανένα κουλούρι, αλλά ούτε από τα ( μπακλαβά ή σαραγλί) που ετοίμαζε και μοσχοβολούσε από τη μυρωδιά τους όλο το σπίτι, όταν τα έψηνε στο φούρνο.
Και την παραμονή ακόμα, όταν έσφαζαν το γουρούνι, η νηστεία ήταν αυστηρή κι απέραστη.
Κι ενώ παρακολουθούσαμε, όλη τη διαδικασία από τη σφαγή, το τεμάχισμα μέχρι την παρασκευή του μαγειρικού λίπους (λίγδας). της τσιγαρίδας των λουκάνικων και του καβουρμά, δεν τολμούσαμε να ζητήσουμε το παραμικρό. παρά μόνο βλέπαμε κι ανεβάζαμε τις προσδοκίες μας για την επόμενη μέρα.
Η μόνη μας παρηγοριά ήταν ότι θα παίρναμε τη φούσκα( ουροδόχη κύστη) και θα την παίζαμε μπάλα.
Οι πιο ανυπόμονοι, το πρωί της παραμονής με το κομπόδεμα από τα κάλαντα, λίγες δραχμές και πολλές δεκάρες, γιατί το συνηθισμένο φιλοδώρημα για τα καλά ήταν κανένα ξυλοκέρατο , κάστανο, καρύδι, μήλο και σπάνια χρήματα, έτρεχαν στο μπακάλικο της γειτονιάς(Πετισόκ) ' αγοράσουμε κανένα λουκούμι 'η καραμέλες.
Οι άλλοι περιορίζονταν σε κανένα κομμάτι νηστίσιμης σπανακόπιτας ή χορτόπιτας.
Τα βράδια πάλι, επειδή σκοτείνιαζε αμέσως και δεν υπήρχαν τότε φώτα στους δρόμους, μαζευόμασταν στο σπίτι και καθισμένα όλα τα παιδιά κοντά στο τζάκι που έκαιγε συνεχώς ή ακούγαμε κανένα παραμύθι από τη γιαγιά ή τραγουδούσαμε τα κάλαντα ή τα τραγούδια σχετικά που μαθαίναμε στο σχολείο ή ψάλλαμε ύμνους. εκκλησιαστικούς.
Κι έρχονταν επιτέλους τα Χριστούγεννα.
Το ξύπνημα γίνονταν πολύ νωρίς, πριν απ' τα χαράματα, πριν χτυπήσει η καμπάνα, για να προφτάσουμε να ετοιμαστούμε, να φορέσουμε τα καλά μας ρούχα, νηστικοί, ούτε νερό δεν επιτρέπονται να πιούμε.
Τουρτουρίζοντας απ' το κρύο, μαζί με τον πατέρα και τη μάνα, ξεκινούσαμε και τα παιδιά με τα πόδια για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που δεν ήταν και κοντά.
Βαδίζαμε συντονίζοντάς τα βήματα με τον ήχο της καμπάνας μέχρι να φτάσουμε στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, αλλά ατυχία καμιά φορά, μέσα στο μισοσκόταδο βουτούσαν τα πόδια μας σε καμιά λακκούβα με νερά ή λάσπες, γιατί ο δρόμος δεν ήταν τότε ασφαλτοστρωμένος αλλά χωματόδρομος κι είχε λάκκους. .
Ακούγαμε τότε κι από πάνω το μάλωμα της μάνας(Κι λέπτς τέρεν μπροστάσης) για την απροσεξία, λες και φταίγαμε εμείς γι' αυτό.
Όταν φτάναμε στην εκκλησία, εμείς τα παιδιά παίρναμε θέση μπροστά, κοντά στην ιερά πύλη, περιμένοντας με ανυπομονησία να σχολάσει η λειτουργία, για να κοινωνήσουμε και να πάρουμε ύστερα το αντίδωρο.
Έβγαινε ο παπα-Χρήστος, ντυμένος με τα γιορτινά του άμφια και με ύφος αυστηρό έλεγε:
Οι πιο ανυπόμονοι, το πρωί της παραμονής με το κομπόδεμα από τα κάλαντα, λίγες δραχμές και πολλές δεκάρες, γιατί το συνηθισμένο φιλοδώρημα για τα καλά ήταν κανένα ξυλοκέρατο , κάστανο, καρύδι, μήλο και σπάνια χρήματα, έτρεχαν στο μπακάλικο της γειτονιάς(Πετισόκ) ' αγοράσουμε κανένα λουκούμι 'η καραμέλες.
Οι άλλοι περιορίζονταν σε κανένα κομμάτι νηστίσιμης σπανακόπιτας ή χορτόπιτας.
Τα βράδια πάλι, επειδή σκοτείνιαζε αμέσως και δεν υπήρχαν τότε φώτα στους δρόμους, μαζευόμασταν στο σπίτι και καθισμένα όλα τα παιδιά κοντά στο τζάκι που έκαιγε συνεχώς ή ακούγαμε κανένα παραμύθι από τη γιαγιά ή τραγουδούσαμε τα κάλαντα ή τα τραγούδια σχετικά που μαθαίναμε στο σχολείο ή ψάλλαμε ύμνους. εκκλησιαστικούς.
Κι έρχονταν επιτέλους τα Χριστούγεννα.
Το ξύπνημα γίνονταν πολύ νωρίς, πριν απ' τα χαράματα, πριν χτυπήσει η καμπάνα, για να προφτάσουμε να ετοιμαστούμε, να φορέσουμε τα καλά μας ρούχα, νηστικοί, ούτε νερό δεν επιτρέπονται να πιούμε.
Τουρτουρίζοντας απ' το κρύο, μαζί με τον πατέρα και τη μάνα, ξεκινούσαμε και τα παιδιά με τα πόδια για την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που δεν ήταν και κοντά.
Βαδίζαμε συντονίζοντάς τα βήματα με τον ήχο της καμπάνας μέχρι να φτάσουμε στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, αλλά ατυχία καμιά φορά, μέσα στο μισοσκόταδο βουτούσαν τα πόδια μας σε καμιά λακκούβα με νερά ή λάσπες, γιατί ο δρόμος δεν ήταν τότε ασφαλτοστρωμένος αλλά χωματόδρομος κι είχε λάκκους. .
Ακούγαμε τότε κι από πάνω το μάλωμα της μάνας(Κι λέπτς τέρεν μπροστάσης) για την απροσεξία, λες και φταίγαμε εμείς γι' αυτό.
Όταν φτάναμε στην εκκλησία, εμείς τα παιδιά παίρναμε θέση μπροστά, κοντά στην ιερά πύλη, περιμένοντας με ανυπομονησία να σχολάσει η λειτουργία, για να κοινωνήσουμε και να πάρουμε ύστερα το αντίδωρο.
Έβγαινε ο παπα-Χρήστος, ντυμένος με τα γιορτινά του άμφια και με ύφος αυστηρό έλεγε:
• -Πρώτα θα κοινωνήσουν οι μάνες και τα μωρά, ύστερα τα παιδιά, μετά οι άντρες και τέλος οι γυναίκες.
Με πολλή ευλάβεια παίρναμε τη θεία μετάληψη που μας απελευθέρωσε από τη νηστεία και το αντίδωρο μας στύλωνε λίγο, μέχρι να γυρίσουμε στο σπίτι.
Η επιστροφή στο σπίτι ήταν γεμάτη ικανοποίηση, για την εγκράτειά μας κατά την περίοδο της νηστείας, γιατί με τη νηστεία αποδείξαμε ότι μπορέσαμε να συγκρατήσουμε κάποιος πειρασμούς, αγαλλίαση, γιατί γευθήκαμε τη θεία δώρα και χαρά μεγάλη, γιατί μας περιμένει στο σπίτι μια τηγανιά από χοιρινό. και ότι άλλο καλό μας είχε ετοιμάσει η μάνα μας, για το πρωινό που η νοστιμιά τους ήταν το κάτι άλλο.
Ύστερα ευχαριστημένοι και χορτασμένοι κι αν ο καιρός το επέτρεπε βγαίναμε να παίξουμε.
Το πιο συνηθισμένο παιχνίδι της εποχής ήταν τα καρύδια που μαζεύαμε από τα κάλαντα.
Και το παιχνίδι τελείωνε μέχρι αργά το μεσημέρι μόνο, όταν η φωνή των μανάδων ξεσήκωσε τον τόπο, για να μαζέψει τα παιδιά για το γιορτινό τραπέζι.
Έπρεπε στο τραπέζι που ήταν στρωμένο με καλομαγειρεμένα φαγητά( συνήθως χοιρινό με λάχανο) και γλυκά (σαραγλί) πρώτα να μας θυμιατίσει όλους η μάνα, να θυμιατίσει κατόπιν όλα τα δωμάτια, το στάβλο με τα ζώα, να κάνουμε το σταυρό μας και ύστερα να καθίσουμε. στα σκαμνάκια, για να φάμε.
Οι γιορτές των Χριστουγέννων είχαν διπλή σημασία για τους απλούς ανθρώπους του χωριού μας.(Αναγέννηση Σερρών).
Ήθη και θρησκευτικές εκδηλώσεις ως μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης και έπειτα πανηγυρικές σε συνδυασμό με την ψυχολογία τους.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αμέσως μετά τη θεία λειτουργία έκαναν επισκέψεις στα σπίτια αυτών που είχαν την ονομαστική τους γιορτή.
Εκεί εύρισκαν στρωμένο τραπέζι με μεζέδες, ποτά και γλεντούσαν με τραγούδια.
Από τη δεκαετία του '80 καταργήθηκε η βόλτα και η νέοι άρχισαν να κάνουν συχνά στα καινούργια μαγαζιά που άρχισαν να ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια τις καφετέριες.
Άλλες βέβαια τότε οι εποχές, άλλα και τα ήθη.
Οι άνθρωποι, αν και αγράμματοι χωρικοί οι περισσότεροι, είχαν τη γενναία νοοτροπία και περηφάνια να μεταδίδουν από γενιά σε γενιά την ορθόδοξη θρησκευτική πίστη, τις ηθικές αρχές και τα εθνικά ιδεώδη(ιδανικά), να τα τηρούν με τον απαιτούμενο σεβασμό, ευλαβικά και αγόγγυστα, γιατί αυτά ήταν ακριβώς τα ζωτικά στοιχεία που τους έδιναν την ελπίδα, για να συνεχίσουν να επιβιώνουν.
Η ζωή τους γενικά ήταν πολύ δύσκολη, και ένας διαρκής αγώνας ακόμα και γι' αυτή την επιβίωση, γιατί λίγοι ήταν οι βασταγμένοι (πλούσιοι), ενώ οι πιο πολλοί ζούσαν στα όρια της καταραμένης φτώχειας.
Τα μπαλωμένα παντελόνια όχι μόνον δεν ήταν ντροπή, αλλά γινόταν και διαγωνισμός στο ποιος είχε το μεγαλύτερο μπάλωμα.
Οι τσάντες για το σχολείο μας δεν ήταν αγοραστές, αλλά ένας σάκος ραμμένος από φτιαγμένο στο αργαλειό κομμάτι ύφασμα ή μαξιλάρι και με ένα κομμάτι σπάγκο, για να κρέμεται στον ώμο.
Κι όμως, ενώ όλα ήταν φτωχά κι απλά, εντούτοις ήταν πιο ζεστά και πιο ανθρώπινα, γεμάτα με προσδοκίες και με όνειρα για ένα καλύτερο μέλλον!
Ήταν περήφανοι γι' αυτό που ήταν.
Η καθημερινή βιοπάλη και αγωνία για την επιβίωση δεν έσβηνε τα όνειρα τους και οι καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες δεν τσαλάκωσαν την αξιοπρέπεια τους, την τιμιότητά τους και το ηθικό τους.
Με υπομονή δέχονταν τις διάφορες στερήσεις, τις κακουχίες και τη φτώχεια στη ζωή, έχοντας όμως πάντα την ελπίδα πως με τη βοήθεια του Θεού θα άλλαξε κάποτε η τύχη και η ζωή τους.
Είχαν τέτοια εμπιστοσύνη στο Θεό που, με παιδική απλότητα, στηρίζονταν στην πατρική πρόνοια και την προστασία Του.
Ζούσαν τη γιορτή των Χριστουγέννων με συναίσθηση της ιερότητάς της, με τη συμμετοχή στα ιερά μυστήρια και σε οικογενειακή ατμόσφαιρα γεμάτη αγάπη και ειρήνη.
Νομίζω πως ήταν τα πιο χαρούμενα, ευτυχισμένα και νοσταλγικά Χριστούγεννα που θυμάμαι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.