3 Δεκεμβρίου 2014

Η ζωή στο χωριό δεκατία '10-'50 Αναγέννηση

Η ζωή των αγροτών στο χωριό μας, την Αναγέννηση Σερρών, τόσο στα βυζαντινά χρόνια όσο και κατά την Οθωμανική κατάκτηση, αλλά και μετά την απελευθέρωση έως και τη δεκαετία του ’50, ήταν βαθιά σημαδεμένη από την ανασφάλεια, τη φτώχεια, την κοινωνική υποβάθμιση και τη σκληρή, αδιάκοπη εργασία.

Η καθημερινότητά τους περιστρεφόταν γύρω από έναν διαρκή αγώνα: να κρατηθούν όρθιοι και, αν γινόταν, να πλησιάσουν το όνειρο μιας μικρής βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου.

Οι κάτοικοι του χωριού μας αποτελούσαν μια δεμένη κοινωνία. Ζούσαν αρμονικά, χωρίς έντονες κοινωνικές αντιθέσεις, παρότι υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, μεροκαματιάρηδες, λίγοι μορφωμένοι και πολλοί αγράμματοι, πονηροί και αφελείς, έξυπνοι και καρτερικοί, πλεονέκτες αλλά και ολιγαρκείς. Όλοι όμως μοιράζονταν την ίδια μοίρα και την ίδια αγωνία για το αύριο.

Τους ηλικιωμένους γονείς και συγγενείς τους τούς γηροκομούσαν αγόγγυστα, μέσα στα ίδια τα σπίτια, με αγάπη και σεβασμό. Ήταν χρέος τιμής και καθήκον ζωής.

Τους φτωχούς και τους ανήμπορους τούς στήριζε η Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, η Κοινότητα και οι ίδιοι οι γείτονες, που φρόντιζαν να μη λείψει το φαγητό και η ζεστασιά, ιδιαίτερα τον βαρύ χειμώνα. Αυτή τη βοήθεια τη θεωρούσαν ψυχικό, προσφορά για την ανάπαυση της ψυχής των πεθαμένων τους.

Ολόκληρη η οικογένεια ξυπνούσε συχνά πριν ακόμη χαράξει. Με το πρώτο φως έπαιρναν τον δρόμο για τα χωράφια και δούλευαν ως τη δύση του ήλιου. Το μεσημεριανό ήταν λιτό: ψωμί και αυριανό ή σκορδαλιά, φαγωμένα βιαστικά μέσα από ένα βαθύ πιάτο, κάτω από ένα πρόχειρο τσαντίρι για λίγη σκιά. Το πρωινό, συνήθως, ένα ζεστό πιάτο τραχανά για δύναμη.

Το εισόδημα ίσα που επαρκούσε για την επιβίωση· τόσο περιορισμένο, που δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια για όνειρα.

Κι όμως, παρά τις δυσκολίες, δεν έχαναν την πίστη τους. Αγωνίζονταν, ελπίζανε και εμπιστεύονταν τον Θεό. Και μέσα στη φτώχεια έβρισκαν τρόπους να χαρούν, να γελάσουν και να ξεχαστούν για λίγο.

Στα απλά πειράγματα μεταξύ τους, στις νυχτερινές χειμωνιάτικες κουβέντες γύρω από τη σόμπα, στα καρναβάλια της Αποκριάς με τα Μωμογέρια, αλλά και στα μεγάλα γεγονότα της ζωής: στις ονομαστικές γιορτές, στα βαφτίσια, στους γάμους.

Ξεχωριστή θέση είχαν οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τα πανηγύρια της Σκοτούσσας, που έδιναν ανάσα και δύναμη, βοηθώντας τους ανθρώπους να ξεπερνούν τη σκληρότητα της καθημερινότητας.

 Αυτά που μου είπαν οι γέροντες, αλλά και οι δικοί μας που σήμερα δεν είναι πια μαζί μας…

Μου μιλούσαν για χρόνια δύσκολα, για πείνα, δουλειά στα χωράφια από ξημέρωμα μέχρι νύχτα, αλλά και για τη χαρά στα μικρά πράγματα. Μου έλεγαν να στέκομαι τίμιος, να έχω μπέσα και καρδιά, να μην ξεχνώ ποτέ τις ρίζες μου και τους ανθρώπους γύρω μου.

Και τώρα, που οι δικοί μας έχουν φύγει, εκείνα τα λόγια μένουν ζωντανά μέσα μου, σαν φως που φωτίζει τις αναμνήσεις μου, σαν παρακαταθήκη που πρέπει να κρατήσω και να μεταδώσω κι εγώ στους νεότερους. Αετσ’ είπανεμεν  οι παλαιοί, αέτσ’ έμαθατα  κι εγώ πα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.