Το αλέτρι είχε μήκος περίπου δυόμιση μέτρα και ολόκληρος ο εξοπλισμός του ήταν κατασκευασμένος από ξύλο, με μοναδική εξαίρεση το σιδερένιο υνί (γυνί), το οποίο εισχωρούσε στο έδαφος και άνοιγε την αυλακιά.
Ο ζυγός τοποθετούνταν στον αυχένα των βοδιών και σταθεροποιούνταν με δύο σιδερένιες ζεύλες (ζεύγλες), εξασφαλίζοντας τη σωστή σύζευξη των ζώων ώστε να μπορούν να κινούνται συντονισμένα κατά τη διάρκεια του οργώματος.
Για να παροτρύνει και να καθοδηγεί τα ζώα, ο γεωργός χρησιμοποιούσε τη βουκέντρα (φ’ κέντρα), ένα μακρύ ξύλινο εργαλείο, στη μία άκρη του οποίου ήταν στερεωμένο ένα καρφί, το λεγόμενο κεντρί. Παράλληλα, δύο σχοινιά, οι λεγόμενες τρίχες, ήταν δεμένα στα κέρατα των ζώων, ώστε ο γεωργός να ελέγχει καλύτερα την πορεία τους.
Πριν από το όργωμα, κάθε γεωργός φρόντιζε, κυρίως κατά το φθινόπωρο, να ρίχνει στα πιο αδύνατα χωράφια χωμένη κοπριά, την οποία είχε συγκεντρώσει έξω από το αχούρι του. Η κοπριά αυτή αποτελούσε το βασικό φυσικό λίπασμα της εποχής και συνέβαλλε καθοριστικά στη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους.
Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιότερων κατοίκων του χωριού μας , με τους οποίους συνομιλήσαμε, το ξύλινο αλέτρι άρχισε σταδιακά να αντικαθίσταται από το πιο ευέλικτο και ισχυρό σιδερένιο άροτρο ήδη από τον 19ο αιώνα. Στην Ελλάδα, τα πρώτα σιδερένια άροτρα εισήχθησαν επί Καποδίστρια, το 1831, ενώ στη συνέχεια άρχισαν να κατασκευάζονται και σε ελληνικά εργοστάσια.
Στο χωριό μας, η μεγάλη τομή στη γεωργική καλλιέργεια ήρθε με την εμφάνιση των πρώτων γεωργικών μηχανημάτων. Για πρώτη φορά αγοράστηκε τρακτέρ το έτος 1935 από τους αδελφούς Τουρατζίδη, τον Θωμά του Χριστοδούλου και τον Βασίλειο Τουρατζίδη, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή της μετάβασης από την παραδοσιακή στη μηχανοκίνητη γεωργία και άλλαξε σταδιακά τον τρόπο καλλιέργειας της γης στην Αναγέννηση.
Το όργωμα εκείνων των χρόνων δεν ήταν απλώς μια γεωργική εργασία, αλλά μια ολόκληρη διαδικασία που απαιτούσε κόπο, υπομονή και εμπειρία. Ο γεωργός έπρεπε να γνωρίζει καλά το χώμα, τον καιρό και τις αντοχές των ζώων του, ώστε το όργωμα να γίνει σωστά και την κατάλληλη στιγμή.
Η δουλειά ξεκινούσε συνήθως νωρίς το πρωί και τελείωνε πριν δύσει ο ήλιος. Σε πολλές περιπτώσεις βοηθούσαν και άλλα μέλη της οικογένειας, είτε στο ζύγωμα των ζώων είτε στη φροντίδα τους κατά τα διαλείμματα. Τα βόδια αποτελούσαν πολύτιμο κεφάλαιο για κάθε νοικοκυριό και η καλή τους κατάσταση ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την επιτυχία της καλλιέργειας.
Παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες, το όργωμα άνοιγε τον κύκλο της αγροτικής ζωής και έδινε την ελπίδα για μια καλή σοδειά. Ήταν η αρχή μιας αλυσίδας εργασιών που συνέχιζε με τη σπορά, το σκάλισμα και το θέρισμα, καθορίζοντας την καθημερινότητα και την οικονομική επιβίωση των κατοίκων της Αναγέννησης.
Αυτές οι πρακτικές, αν και σήμερα έχουν αντικατασταθεί από σύγχρονα μηχανήματα, παραμένουν ζωντανές στη μνήμη των παλαιότερων και αποτελούν πολύτιμο κομμάτι της ιστορικής και λαογραφικής ταυτότητας του χωριού μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.