Ξύλα λίγα, πουρνάρια δυσεύρετα, κάρβουνο πολυτέλεια. Κι όμως, η ανάγκη για ζεστασιά, μαγείρεμα και επιβίωση δεν περίμενε. Έτσι γεννήθηκε η λύση των κουσκουρέδων, των σβουνιών, των βουϊδιών ή όπως αλλιώς τα έλεγαν από γειτονιά σε γειτονιά: οι βουνιές.
Συλλογή: Κάθε μέρα, μετά το άρμεγμα και το τάισμα των ζώων, μάζευαν τα κόπρανα από αγελάδες, βουβάλια και άλλα οικόσιτα. Τίποτα δεν θεωρούνταν άχρηστο. Όλα είχαν τη θέση και τη χρήση τους. Τα ανακάτευαν με άχυρα κυρίως σάλμα από σίκαλη και με υπολείμματα καλλιεργειών, βαμβακιές, καλαμπόκια, σουσάμι, αφιόνι κι ό,τι άλλο υπήρχε.
Πλάσιμο: Το μείγμα πλάθονταν σε μπάλες με τα χέρια. Ήταν δουλειά γνώριμη, σχεδόν τελετουργική. Οι μπάλες αυτές κολλούσαν στους τοίχους των αυλών ή των στάβλων για να ξεραθούν στον ήλιο και στον αέρα. Εκεί έμεναν μέρες, ώσπου να «δέσουν» καλά.
Αποθήκευση: Όταν πια στέγνωναν, μαζεύονταν προσεκτικά και στοιβάζονταν. Οι βουνιές ήταν πολύτιμο καύσιμο. Ζέσταιναν τη σόμπα, άναβαν το καζάνι, βοηθούσαν στο καθημερινό μαγείρεμα. Μόνο στον φούρνο δεν χρησιμοποιούνταν εκεί ήθελε άλλη φωτιά, άλλη μυρωδιά.
Χρήση: Τον χειμώνα, όταν το κρύο έσφιγγε και το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, οι βουνιές έδιναν ζωή στο σπίτι. Έκαιγαν αργά, σταθερά, χωρίς πολλά παράπονα. Ήταν φτωχό καύσιμο, μα αξιόπιστο. Και πάνω απ’ όλα, δικό μας.
Και θυμάμαι μικρός, αυτά που μου είπαν οι γέροντες. Μου έλεγαν πως τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Πως ό,τι έδινε το ζωντανό, ό,τι άφηνε η γη, γινόταν φωτιά, ζεστασιά, ζωή. Μου μιλούσαν για τις βουνιές κολλημένες στους τοίχους, για τον χειμώνα που βάραινε, μα δεν λύγιζε το σπίτι.
Συλλογή: Κάθε μέρα, μετά το άρμεγμα και το τάισμα των ζώων, μάζευαν τα κόπρανα από αγελάδες, βουβάλια και άλλα οικόσιτα. Τίποτα δεν θεωρούνταν άχρηστο. Όλα είχαν τη θέση και τη χρήση τους. Τα ανακάτευαν με άχυρα κυρίως σάλμα από σίκαλη και με υπολείμματα καλλιεργειών, βαμβακιές, καλαμπόκια, σουσάμι, αφιόνι κι ό,τι άλλο υπήρχε.
Πλάσιμο: Το μείγμα πλάθονταν σε μπάλες με τα χέρια. Ήταν δουλειά γνώριμη, σχεδόν τελετουργική. Οι μπάλες αυτές κολλούσαν στους τοίχους των αυλών ή των στάβλων για να ξεραθούν στον ήλιο και στον αέρα. Εκεί έμεναν μέρες, ώσπου να «δέσουν» καλά.
Αποθήκευση: Όταν πια στέγνωναν, μαζεύονταν προσεκτικά και στοιβάζονταν. Οι βουνιές ήταν πολύτιμο καύσιμο. Ζέσταιναν τη σόμπα, άναβαν το καζάνι, βοηθούσαν στο καθημερινό μαγείρεμα. Μόνο στον φούρνο δεν χρησιμοποιούνταν εκεί ήθελε άλλη φωτιά, άλλη μυρωδιά.
Χρήση: Τον χειμώνα, όταν το κρύο έσφιγγε και το χιόνι σκέπαζε τα πάντα, οι βουνιές έδιναν ζωή στο σπίτι. Έκαιγαν αργά, σταθερά, χωρίς πολλά παράπονα. Ήταν φτωχό καύσιμο, μα αξιόπιστο. Και πάνω απ’ όλα, δικό μας.
Και θυμάμαι μικρός, αυτά που μου είπαν οι γέροντες. Μου έλεγαν πως τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Πως ό,τι έδινε το ζωντανό, ό,τι άφηνε η γη, γινόταν φωτιά, ζεστασιά, ζωή. Μου μιλούσαν για τις βουνιές κολλημένες στους τοίχους, για τον χειμώνα που βάραινε, μα δεν λύγιζε το σπίτι.
«Έχουμε κουσκούρε», έλεγαν, και αυτό σήμαινε πως η σόμπα θα ανάψει, το καζάνι θα βράσει και η οικογένεια θα σταθεί γύρω απ’ τη φωτιά.
Κι έτσι μεγάλωσα, ακούγοντας ιστορίες που δεν γράφτηκαν σε χαρτί, αλλά χαράχτηκαν στη μνήμη γιατί έτσ’ εμαθέθαμε, με ό,τι είχαμε, να ζούμε και να αντέχουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.