1 Σεπτεμβρίου 2015

Το βουδ που δεν κουνιέται… και οι καφενέδες γελάνε


Άλλο το βουδ, όσο κι αν κουντάς ατο ξά… το βουδ παραμένει εκεί! Κι ούτε να το γυρίσεις μπορείς, ούτε να το μετακινήσεις, ούτε να του πεις τίποτα. Σαν να σου λέει: «Ωρέ, κάτσε και δες, μην τρέχεις άδικα!» Στο χωριό μας, τα βουδ δεν είναι μόνο αντικείμενα· είναι σύμβολα υπομονής, αντοχής και λίγο πεισματάρικα πλάσματα. Κι όποιος τα καταλαβαίνει, γελάει με το πείσμα τους, κι όποιος όχι, μαθαίνει να περιμένει. Κι έτσι, το βουδ εκεί, αμετάκιπτο, μας θυμίζει ότι η ζωή έχει και τα σταθερά της, τα πράγματα που μένουν ό,τι κι αν κάνεις, κι ότι μερικές φορές πρέπει απλώς να το δεχτείς και να γελάσεις.

Άλλο το βουδ, ωρέ, όσο κι αν το κουντάς ατο ξά… πάντα εκεί μένει! Κι ούτε να το γυρίσεις μπορείς, ούτε να το βάλεις αλλού. Σαν να σου λέει: «Άμαν δεν θες να κάτσεις, κάτσε έστω λίγο!» Στο χωριό, τα βουδ δεν είναι απλώς πράματα· είναι χαρακτήρες. Κάθε βουδ έχει την υπομονή του, το πείσμα του, και λίγο από το χιούμορ μας. Όποιος το καταλαβαίνει, γελάει· όποιος όχι, μαθαίνει την τέχνη του να περιμένει και να μην τρέχει άδικα. Κι έτσι, κάθε φορά που βλέπουμε ένα βουδ αμετάκιπτο, θυμόμαστε: η ζωή δεν αλλάζει πάντα με το σπρώξιμο. Μερικά πράματα, όπως οι άνθρωποι, οι παραδόσεις και τα βουδ, μένουν σταθερά. Απλώς χρειάζονται λίγη υπομονή, λίγο γέλιο και πολύ ποντιακή καρδιά για να τα δεχτούμε. Κι όταν τελειώνουμε με το βουδ, γελάμε όλοι μαζί, γιατί καταλαβαίνουμε ότι το πείσμα του μας θυμίζει ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και τι σημαίνει να ζεις στο χωριό μας  γεμάτα χιούμορ, φασαρία και ιστορία.

Άλλο το βουδ, ωρέ, κι όσο κι αν το σπρώχνεις, ατο ξά… πάντα εκεί μένει! Σαν να σου λέει: «Ωρέ, θέλεις να φύγω; Εν θέλω!» Κι όλος ο καφενές γέλαγε, γιατί όλοι ξέρουν ότι μερικά πράματα εν φτιαγμένα να μην κινούνται, ό,τι κι αν κάνεις.

Ο Πάντζιον ήθελε να το γυρίσει να καθίσει στο τραπέζι, η Σουμέλα να το βάλει δίπλα στο παράθυρο, κι ο μικρός Χάμπον να το δει να τρέχει  μα τίποτα. Το βουδ έμεινε ακίνητο, πεισματάρικο και αμετάκιπτο. «Γιοχ!» φώναξε ο παππούς. «Άμαν εν φεύγει, ας καθίσουμε εμείς!» Και κάτσαν όλοι γύρω του, πειράζοντάς το, μιλώντας, γελώντας και λέγοντας ιστορίες για το χωριό, για τα βουδ, για τα σκύλια που δεν υπακούουν και για τις παλιές καλές μέρες. Κι εκεί, στο μέσο του καφενέ, το βουδ έγινε ήρωας: σύμβολο πείσματος, υπομονής και ποντιακής ψυχής. Κι όλοι κατάλαβαν ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει θέση, ούτε να φύγει. Αρκεί να κάθεσαι δίπλα του, να γελάς και να μαθαίνεις ότι η ζωή εν μερικές φορές σταθερή… και πολύ πιο αστεία από όσο νομίζεις!

Στο μέσο του καφενέ καθόταν το βουδ, αμετάκιπτο και πεισματάρικο, σαν να είχε πει: «Ωρέ, εν θέλω να φύγω!» Ο Πάτζιον ήθελε να το βάλει στο τραπέζι για να καθίσει δίπλα του, η Σουμέλα γέλαγε και προσπαθούσε να το γυρίσει προς το παράθυρο, κι ο μικρός Χάμπον φώναζε: «Άσ’ το να τρέχει, ας φύγει!» Ο παππούς από την άκρη του καφενέ κούνησε το κεφάλι: «Γιοχ, ωρέ… άμαν εν φεύγει, ας καθίσουμε εμείς!» Κι ενώ όλοι προσπαθούσαν να κάνουν το βουδ να κινηθεί, ο Πανίκας  φώναξε: «Άμαν δεν το καταλαβαίνετε, το βουδ εν ήρωας! Υπομονή, πείσμα και καρδιά ποντιακή!» Η Μαρικάν άρχισε να γελάει τόσο δυνατά που όλοι γύρισαν να δουν τι συμβαίνει. Ο μικρός Χάμπον  έτρεχε γύρω από το βουδ, φωνάζοντας αστεία ονόματα για να το τρομάξει, αλλά το βουδ έμενε εκεί, ατάραχο, σαν να κοιτούσε όλους και να τους έλεγε: «Σταθείτε και μάθετε, ωρέ!»

Κι έτσι όλο το καφενείο γέμισε φασαρία, γέλιο και κουβέντες. Κανείς δεν κατάφερε να το μετακινήσει, αλλά όλοι κατάλαβαν κάτι σημαντικό: μερικά πράματα, όπως οι παραδόσεις μας, τα βουδ και η ποντιακή καρδιά, εν αμετάκιπτα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τα αγαπάμε  αντίθετα, γελάμε μαζί τους, μαθαίνουμε από αυτά και κρατάμε ζωντανή τη φασαρία, την ψυχή και την ιστορία του χωριού μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.