Γράφω Ποντιακά και όχι Greeklish. Βάζω ένα τέλος τώρα. Δεν πειράζει αν κάνω ορθογραφικά λάθη. Είμαι Πόντιος και γράφω Ποντιακά. Κι άμα θέλεις, να σου πω κάτι; Αυτό δεν είναι απλώς δήλωση. Είναι δημοτικό, καφενείο, αυλή, αυθεντική φωνή. Είναι ο τρόπος που γελάμε, που φωνάζουμε, που λέμε αλήθειες χωρίς φίλτρα. Σο χωρίο μας , όλα γίνονται με προτεραιότητες. Ο ντόπιος πρώτος, ο γαμπρός που πήρε νύφη απ’ αδά δεύτερος, οι γείτονες τρίτοι, κι οι Αθηναίοι στο τέλος, που ακόμα ψάχνουν το δρόμο για την πλατεία και το μαντρί. Κι η γιαγιά, σο σκαλί με τη μπογιά στο χέρι, γράφει στον τοίχο:
«Ο Πόντος ζει και έν παντού» κι ούτε που τη νοιάζει αν κάποιος κοιτάζει περίεργα. «Η ζωή μ’», λέει, «δεν χρειάζεται άδεια από κανένα γραφείο.» Σο μέσον, ο γνωστός ποδ… εεε ποδοσφαιριστής, κρατεί τη λύρα σαν τρόπαιο και λέει: «Αχά… και εγώ πα!» Κι ούτε που τον νοιάζει που δεν ξέρει από μουσική. Άμαν λες «δεν ξέρει», γελάει και συνεχίζει.
Σο καφενείον, ο παππούς λέει στην κοπέλα: «Έπαρτα απ’ αδά, μη σκόν’ και σύρατα» Κι εκείνη απαντά με ύφος αυστηρό αλλά χαμογελαστό: «Θήκονατα αδά πείσον ατό… εζάτζασμεν»
Κι έτσι καταλαβαίνεις: Στην Αναγέννηση, η σάτιρα και το χιούμορ είναι νόμος. Άμαν δεν γελάς, χάνεις. Άμαν γελάς, κερδίζεις. Σο σπίτι, ο παππούς και η γιαγιά σ’ ένα κρεβάτι, με μπαστούνι κάτω απ’ το στρώμα, σαν μυστικό, σαν σύμβολο. Μιλάμε για ζωή, ατάκες, παρατηρήσεις, αυθορμητισμό.
Σο σχολείο, το μάθημα για κατοικίδια: Κομπίνα μας, τρακτέρ μας, πλατφόρμα μας. Ο δάσκαλος μένει άφωνος, οι υπόλοιποι παιδιά κοιτάνε και γελάνε. Γιατί σο χωρίο, το τρακτέρ είναι ζώο, κι η κομπίνα έχει ψυχή.
Κι ο τοίχος που έχει πάνω γραμμένο: «ΑΔΑ ΕΧΩ ΚΡΥΨΕΙ ΤΑ ΛΥΡΑΣ – ΜΗΝ ΠΕΙΡΑΖΕΤΕΤΑ» Και το Χ στο πλακάκι φωνάζει πιο δυνατά από κάθε λέξη.
Και τότε έρχεται η ατάκα που τα λέει όλα: «Αυτός ο καθρέπτης μ’ μεγαλώνει τον ποπό!» Και η αντίδραση ακαριαία: «Χάσονα… Μην λες τίποτας Χρήστο… Πίσων η παπία!» Η πάπια, φυσικά, περνάει από πίσω σαν να λέει: «Εγώ δέν φταίω, εγώ παρατηρώ.»
Σο χωρίο δεν έχει ρολόγια. Έχει ρουκ. Κι όταν λένε: «Πρέπει να πάτε Αναγέννηση – ο χρόνος σας αρχίζει από τους ζουκ» κανείς δεν ρωτάει λεπτομέρειες. Γιατί εδώ ο χρόνος δεν μετριέται με λεπτά. Με γελάκια, καφενεία, στροφές και παρεξηγήσεις με φίλους.
Κι έτσι καταλήγουμε: Δεν γράφω Greeklish. Δεν γράφω για να με διορθώσουν. Γράφω Ποντιακά, με λάθη, με γέλιο, με σατιρικές ατάκες, με πάθος και μνήμη.
Γιατί στο τέλος: ΑΥΤΑ λέω, σα μέσ’, και γελάμε ή όχι. Είμαι Πόντιος και γράφω Ποντιακά. Κι όποιος κατάλαβεν, κατάλαβεν. Κι όποιος όχι… ας γελάσει την επόμενη φορά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.