Εκεί ξεκινάνε τα προβλήματα. Ο πρώτος που το βλέπει γελά. Ο δεύτερος σκέφτεται. Ο τρίτος σκύβει. «Γιατί Χ;» λέει. «Γιατί όχι τετράγωνο;» «Γιατί όχι κύκλος;» Κι ο τοίχος σωπαίνει. Αλλά το Χ φωνάζει. Σε πέντε λεπτά έχουν μαζευτεί τρεις: «Λες να ’ναι αληθινό;» «Άμα δεν ήταν, γιατί να το γράψει;» «Κι άμα το πειράξουμε και γίνει καμιά ζημιά;»
Κάποιος πιο σοβαρός πετάει: «Μη το ακουμπάτε… άμα γράφει “μην πειράζετε”, κάτι ξέρει.» Ένας άλλος, πιο πονηρός: «Εγώ λέω πως άμα ήταν ψέμα, θα ’λεγε “πειράζετε”.» Κι έτσι, κανείς δεν το πειράζει. Όχι από σεβασμό. Από φόβο… και ελπίδα μαζί. Περνάνε μέρες. Το πλακάκι μένει άθικτο. Το Χ γίνεται θέμα. Το βέλος αποκτά φήμη.
Κάποιος ορκίζεται πως άκουσε ήχο. Άλλος λέει πως τη νύχτα το Χ «γυαλίζει». Μια γιαγιά σταυροκοπιέται: «Εγώ δεν το ακουμπώ. Άμα έν’ λύρας, έν’ παλιάς κοπής.» Και στο τέλος; Κανείς δεν έσκαψε. Κανείς δεν βρήκε τίποτα. Αλλά όλοι πίστεψαν. Γιατί στο χωριό και γενικά στη ζωή δεν χρειάζεται να έχεις λύρες. Αρκεί να γράψεις ότι έχεις, να βάλεις ένα βέλος
και ένα Χ. Και να αφήσεις τον κόσμο να κάνει τα υπόλοιπα μόνος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.