24 Φεβρουαρίου 2022

Άμον μιλείς… θα παρεξηγηθείς»**

Δύο Πόντιοι, παλιοί γνωστοί, στέκονται έξω απ’ το καφενείο. Ο ένας κρατά εφιμερίδα  στο χέρι, ο άλλος τσιγάρο (σβηστό… «κόφ’ ατο, εν κακόν»). Γύρω κόσμος, τάβλι, μουρμούρα. Όλα ήσυχα… μέχρι να ανοίξει το στόμα ο πρώτος. Ντό είπες, νέπε, σα τον…; (το λέει χαμηλόφωνα, αλλά με βλέμμα πονηρό) Ο άλλος παγώνει. Γυρίζει αργά το κεφάλι, σηκώνει φρύδι, και με ύφος «εδώ κάτι δεν πάει καλά» απαντά:  Είπατον Ποσιά… και παρεξηγέθεν!! 

Κάνει και μια κίνηση με το χέρι, σα να διώχνει μύγα, λες και λέει: «Άλλο είπα εγώ, άλλο άκουσες εσύ, κι άλλο κατάλαβε το χωριό…»  Ο πρώτος ξύνει το κεφάλι, κάνει πως σκέφτεται, και πετάει το αμίμητο:  Ε, άμον εσύ λες Ποσιά και εγώ ακούω… άλλο πράμαν, η φταίω εγώ ή η ποντιακή έχει πολλά γράμματα; Ο καφετζής από μέσα φωνάζει: Έλα, εσείς οι δύο, άμαν μιλάτε σιγά, το κακόν γίνεται μεγάλον!  Κι ένας παππούς από το τάβλι, χωρίς να σηκώσει μάτια:  Σ' Τσιτσιλή , η λέξις εν μικρόν πράμαν… η παρεξήγησις όμως, μέγα πανηγύρ’!

Στο χωριό μας , το πράμαν έν’ απλόν: δεν χρειάζεται να πεις πολλά. Αρκεί να πεις κάτι… και το υπόλοιπο το αναλαμβάνει η φαντασία. Ξεκινάς με καλή διάθεση. Λες μια κουβέντα χαλαρά, χωρίς κακία, χωρίς δεύτερη σκέψη. Πριν προλάβεις να πιεις την πρώτη γουλιά καφέ, η κουβέντα έχει αλλάξει μορφή, μέγεθος και περιεχόμενο. Άλλος την άκουσε αλλιώς, άλλος την είπε «πιο σωστά», κι ο τρίτος την έδεσε με σάλτσα και την σέρβιρε σε όλο το χωριό.

Σ' Τσιτσιλήν στο χωριό γενικά  η λέξη δεν περπατά μόνη της. Πίσω της ακολουθούν υπονοούμενα, βλέμματα, σήκωμα φρυδιών και το κλασικό: «εγώ δεν είπα τίποτα, αλλά…». Κάθεσαι στο καφενείο ήσυχος. Δεν ψάχνεις καβγά, δεν ψάχνεις κουβέντα βαριά. Θες απλώς να καθίσεις. Κι όμως, κάποιος θα σε ρωτήσει: «Εσύ γιατί σιώπας;» Κι άμα απαντήσεις, την έβαψες. Γιατί ότι, και να πεις, θα ακουστεί αλλιώς. Εδώ είναι που μπαίνει το χιούμορ. Γιατί αν δεν γελάσεις, θα παρεξηγηθείς σοβαρά.

Ο Πόντιος δεν γελά επειδή δεν καταλαβαίνει. Γελά γιατί καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα πρέπει. Κι έτσι βλέπεις σκηνές καθημερινές: άλλος να εξηγεί ότι δεν εννοούσε αυτό που είπε,κι άλλος να του λέει: «Εγώ καλά σ’ άκουσα, εσύ δεν το είπες σωστά». Οι παππούδες μας το ξέρουν χρόνια: όσο μεγαλώνεις, μιλάς λιγότερο και γελάς περισσότερο. Όχι από σοφία μόνο, αλλά από αυτοάμυνα.

Γιατί άμα αρχίσεις να τα παίρνεις όλα στα σοβαρά, θα χρειαστείς διερμηνέα για κάθε κουβέντα. Στο τέλος της ημέρας, το συμπέρασμα είναι ένα: στο χωριό μας , στην Αναγέννηση , στη ζωή, δεν έχει τόση σημασία τι είπες, όσο πώς το άκουσε ο άλλος. Γι’ αυτό: μίλα απλά, μην εξηγείς πολλά, και κράτα πάντα έτοιμο ένα χαμόγελο. Γιατί το γέλιο, όσο κι αν παρεξηγείται, ποτέ δεν παρεξηγείται τόσο όσο η σιωπή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.