Μέσα στο μαγαζί η ώρα έχει σταματήσει. Ένα τραπεζάκι, μια καρέκλα που τρίζει λίγο και ένας κύριος καθισμένος σαν να ’χει ρίζες. Μπροστά του ο καφές, βαρύς σαν την εποχή, ακίνητος, αγέρωχος, σε φλιτζάνι που έχει δει πολλά. Ο κύριος κοιτάζει την κοπέλα που είναι γκαρσόνα, σηκώνει λίγο το φρύδι, παίρνει ανάσα και λέει με απόλυτη σοβαρότητα: «Έπαρτα απ’ αδά, μη σκόνω και σήρατα…»
Η κοπέλα παγώνει για μισό δευτερόλεπτο. Κοιτά τον καφέ, κοιτά τον κύριο, κοιτά τον κόσμο γύρω που έχει σταματήσει να μιλάει για να ακούσει. Και απαντά με ύφος κουρασμένο αλλά τίμιο: «Θήκονατα αδά, πείσον ατό… Εζάτζασμεν…» Ο καφές μένει. Ο κύριος αναστενάζει. Το μαγαζί γελάει.
Γιατί εδώ δεν πίνεται απλώς καφές. Εδώ συζητιέται, αναλύεται, παρεξηγιέται και στο τέλος… μένει όπως είναι. Σαν τους καιρούς. Σαν τα νεύρα. Σαν τις αποφάσεις που λέμε «άστο για μετά». Και κάπου από το βάθος ακούγεται η σοφή φωνή: «Ψυχραιμία παιδία… κι ο καφές έχει τα όριά του.» Γιατί στο καφενείο, όπως και στη ζωή,αν δεν γελάσεις,θα σου κρυώσει ο καφές.
Γιατί εδώ δεν πίνεται απλώς καφές. Εδώ συζητιέται, αναλύεται, παρεξηγιέται και στο τέλος… μένει όπως είναι. Σαν τους καιρούς. Σαν τα νεύρα. Σαν τις αποφάσεις που λέμε «άστο για μετά». Και κάπου από το βάθος ακούγεται η σοφή φωνή: «Ψυχραιμία παιδία… κι ο καφές έχει τα όριά του.» Γιατί στο καφενείο, όπως και στη ζωή,αν δεν γελάσεις,θα σου κρυώσει ο καφές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.