Ο Κωστίκας εχάμωσεν το κεφάλ’ κι εσκέφτετον. Φασολάδα χτες, φασολάδα σήμερον, φασολάδα αύριον… αλλά λόγον δεν είχεν άλλον. Κι όπως έλεεν κι ο παππούς του: «Η φασολάδα έν’ φτωχό φαΐ, αλλά γεμίζει το στομάχ’ και μαθαίνει υπομονή.» Κι έτσι, ο Κωστίκας εκάθισεν, έφαγεν τη φασολάδαν και είπε από μέσα του: Άμον έν’ η ζωή… άμα δεν σ’ αρέσει, δέβα αλλού. Κι η Σουμέλα, ανακατεύοντας το καζάνι, εχαμογέλασεν. Γιατί ήξερεν καλά: όποιος γκρινιάζει, στο τέλος πάλι τρώει.
Εμαζώχταν ο κόσμος να αποφασίει. Ο Κωστίκας εστάθεν όρθιος, έβαν το χέρι ψηλά και είπεν με σοβαρό ύφος: Εμέν’ λέω να αλλάξομεν τα πάντα! Ο κόσμος εχειροκρότεσεν, τα κεφάλια εκούνεψαν, όλοι ελέγαν «σωστά τα λέει». Ύστερα ερώτεσεν ξανά: Κι ποίος έν’ έτοιμος να σηκωθεί να κάμει κάτι; Σιγή. Άλλος εκοίταζεν χάμαι, άλλος εψάχνεν το κινητό, άλλος εθυμήθεν ξαφνικά δουλειά. Ο Κωστίκας εχαμογέλασεν και εκάθισεν. Γιατί ήξερεν: τα λόγια αλλάζνε τον αέρα, μα τα έργα θέλνε πόδια. Κι όπως έλεγαν οι παλιοί: «Ούλ’ θέλνε την αλλαγήν, κανείς δε θέλ’ τον κόπον.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.